τσίκλα

τσίκλα
η жвачка, жевательная резинка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "τσίκλα" в других словарях:

  • τσίκλα — και τσίχλα, η, Ν (τροφ. τεχνολ.) προϊόν που παράγεται από τον γαλακτώδη χυμό φυτού τού γένους αχράς και από παρόμοιες ελαστικές ουσίες με την προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ουσιών και το οποίο μασιέται για τη γεύση και το άρωμά του. [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • τσίκλα — η (λ. αγγλ.), είδος μαστίχας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τσίχλα — (turdus). Ωδικό πτηνό της οικογένειας των τουρδιδών. Το πτηνό αυτό έχει μέσο μήκος 23 εκ. μαζί με την ουρά (9 εκ.). Ζει στην Ευρώπη και σε μεγάλες ασιατικές περιοχές περίπου μεταξύ 60° και 40° βόρειου πλάτους. Διαχειμάζει στη βόρεια Αφρική και… …   Dictionary of Greek

  • τσίχλα — η 1. το ωδικό πουλί κίχλη. 2. μτφ., άνθρωπος αδύνατος, κοκαλιάρης, τσίρος: Από τη νηστεία έγινε σαν τσίχλα. 3. τσίκλα (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»